Παρασκευή, 14 Ιανουαρίου 2011

Ο Μουλινώ και η πεθερά του αποκαλύπτονται


Συνάντησα τη Μέλπω Ζαρόκωστα και τον Φίλιππο Σοφιανό την περασμένη εβδομάδα, την περίοδο που πραγματοποιούσαν τις πρόβες για τον «Ράφτη Κυριών», έργο που ανεβάζει από χτες το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.Ρ. Μια αποκαλυπτική, ανατρεπτική και συνάμα απολαυστική συνέντευξη σε δύο εκ των σημαντικότερων ηθοποιών του ελληνικού θεάτρου. Μια εναλλαγή απόψεων από το χιούμορ και τον αυθορμητισμό της Μ. Ζαρόκωστα στο ρομαντισμό και την οργή του Φ. Σοφιανού για τα όσα συμβαίνουν γύρω μας.


Όλα έτοιμα για την πρεμιέρα του έργου;
Μ.Ζ.: Όχι ακόμη. Είμαστε στις πρόβες. Το έργο βεβαίως είναι μαθημένο αλλά εδώ πρέπει να το προσαρμόσουμε στο κυρίως σκηνικό. Κάναμε πολλές πρόβες στην Αθήνα, μαθεύτηκε το έργο. Τώρα κάνουμε μικροαλλαγές και έχουμε αρκετές μέρες μπροστά μας.
Μετά τη Λαμία, ποια η πορεία που θα ακολουθήσετε;
Μ.Ζ.: Καμία. Εδώ είναι η αρχή εδώ και το τέλος. Ολοκληρωμένο πρόγραμμα… (γέλια). Κοίταξε, το έργο αυτό χρειάζεται περιστροφική σκηνή. Έχει αλλαγές, τρεις πράξεις και κάθε πράξη είναι σε διαφορετικό χώρο. Δε γίνεται να κάνεις τέτοιες αλλαγές εκτός αν έχεις αφαιρετικό σκηνικό. Τούτο ‘δω δεν είναι αφαιρετικό, είναι εποχής και στιλιζαρισμένο. Οπότε δεν μπορείς εύκολα να το πας περιοδεία. Όποιος θέλει θα ‘ρχεται εδώ να το βλέπει. Ελλάδα καλώς όρισες στη Λαμία!
Έχετε βρεθεί ξανά εδώ; Το θυμάστε πως ήταν για να κάνετε μια σύγκριση μετά την ανακαίνιση του Δημοτικού Θεάτρου μας;
Μ.Ζ.: Έχει γίνει καινούριο θέατρο απ’ ό,τι καταλαβαίνω. Θα πρέπει να ‘χω παίξει εδώ παλιά. Μιλάμε προϊστορική εποχή. Είχα κάνει περιοδεία με τον Κωνσταντάρα το ’58-’60. Σκέψου…
Φ.Σ.: Στη Λαμία έχω βρεθεί σε ηλικία έξι χρονών. Έκανα την πρώτη δημοτικού στη Λαμία. Έμενα στην Εκκλησιών και θέλω να πάω να δω το σπίτι. Νομίζω ότι είναι ακόμη εκεί, στη θέση του, δεν έχει αλλάξει κάτι. Η Λαμία είναι σημαδιακή πόλη για μένα γιατί σε ηλικία επτά ετών, εδώ, έχασα τον πατέρα μου. Ήταν γεωπόνος, με μετάθεση εδώ, και η οικογένεια. Θυμάμαι ότι 8 Μαρτίου αναγκαστήκαμε τα μαζέψαμε και πήγαμε στην Αθήνα όπου άρχισε μια άλλη ζωή. Τη Λαμία τη θυμάμαι σαν προσχολική και σχολική ηλικία. Θυμάμαι το σχολείο απέναντι απ’ το Δημοτικό Θέατρο γιατί εκεί πήγαινα. Τα αδέρφια μου, μεγαλύτερα, πήγαιναν στο πέτρινο γυμνάσιο. Έχω αυτές τις μνήμες. Βέβαια τώρα η Λαμία δεν μου θυμίζει τίποτα απ’ αυτό που ήταν τότε. Με το τότε μιλάω για το ’63-’64. Δεν έχει τη μυρωδιά η Λαμία του τότε. Τότε μύριζαν οι σόμπες καυσόξυλα. Έβγαινες έξω το χειμώνα και θυμάμαι τη χαρακτηριστική μυρωδιά της σόμπας. Της ξυλόσομπας που έκαιγε. Τώρα αυτή η μυρωδιά έχει εκλείψει. Έχει πολύ αυτοκινητομάνι, καφετέρια, πολύ τέντα, πολύ κατάληψη χώρου, γενικά τα πράγματα είναι κάπως αλλιώτικα.
Το Δημοτικό Θέατρο έμαθα ότι ανακαινίστηκε, δεν το είχα δει πως ήταν πριν. Το είδα την Τρίτη που κάναμε την πρώτη πρόβα. Εξαιρετική δουλειά, εξαιρετικών δυνατοτήτων. Μπορεί να ανεβάσεις από όπερα μέχρι ό,τι θες εκεί. Είναι ένα υπέροχο θέατρο. Ένα μπιζού, ένα κόσμημα για τη Λαμία. Σε κόντρα όλων των συνθηκών και των καιρών, και όπως γίνονται τα πράγματα -ακούμε ότι κόβονται από ‘δω, κόβονται από ‘κει- το ότι αυτή η Δημοτική Αρχή, η οποία νομίζω ότι έχει μια μακροχρόνια θητεία, διαλέγει να συντηρήσει το θέατρό της, εγώ το θεωρώ πολύ σπουδαία υπόθεση. Άλλες Δημοτικές Αρχές αν είχαν λεφτά, θα τα ‘χανε φάει αλλού.
Αν τα εκατομμύρια που… χορεύουν καθημερινά μπροστά μας είναι οι χορεύτριες του Μουλέν Ρουζ, θα εντοπίζατε ομοιότητες στο «μπλέξιμο» του Μουλινώ με την καθημερινότητα του μέσου Έλληνα ή τις οικονομικές απιστίες των Ελλήνων πολιτικών;
Μ.Ζ.: Οι εποχές επαναλαμβάνονται και ελάχιστα διαφέρουν οι Μουλινώ, οι Γάλλοι δηλαδή από τους Έλληνες. Ελάχιστα. Ό,τι συμβαίνει εδώ συμβαίνει κι αλλού, απλώς καλύπτεται από ένα πέπλο αξιοπρέπειας μεγαλύτερης. Εμείς τα σκάνδαλά μας τα βροντοφωνάζουμε, κι αυτό είναι κακό εν μέρει. Άλλο να το αποκαλύπτουμε -που είναι απαραίτητο- και άλλο να τα βροντοφωνάζουμε.
Φ.Σ.: Εγώ βλέπω έναν επικίνδυνο παραλληλισμό εδώ στο επίπεδο της φάρσας. Η φάρσα στηρίζεται σε ένα μεγάλο κατά συνθήκη ψεύδος που το δέχεται όλος ο κόσμος. Κι αυτό δεν βλάπτει κανέναν. Η ρεμούλα όμως κι η λαμογιά βλάπτουν πολύ κόσμο. Οδήγησαν κόσμο σε πολύ άσχημες καταστάσεις, μπορεί να οδηγήσουν ανθρώπους στην απελπισία και την απόγνωση. Το θέατρο, όσο κακό κι αν υπήρξε, δεν έβλαψε ποτέ κανέναν. Η πολιτική αντίθετα έστειλε ανθρώπους στο χώμα, στη φυλακή, στην ένδεια και στην υποτέλεια. Αφαίρεσε πράγματα αναφαίρετα από ανθρώπους. Κεκτημένα δικαιώματα έρχεται μια πολιτική και σου λέει «έτσι θέλω, έτσι αποφασίζω και διατάζω». Αυτό το γελοίο σύστημα που έχουμε -να μην παρεξηγηθώ- αυτή η υπέρ αυξημένη αναλογική όπου κυβερνάει το 34%, δεν είναι και τόσο υγιής δημοκρατία. Ε, όχι ρε φίλε. Κάποτε θα πρέπει να υπάρξει κι αυτή η απλή αναλογική. Πως την εννοούμε δηλαδή την δημοκρατική αντιπροσώπευση όταν βγαίνει το 30%, βάλε και το 50% αποχής; Δηλ. μιλάμε για ένα πολύ γελοίο ποσοστό το οποίο είναι άνθρωποι σκαρφαλωμένοι, γραπωμένοι στην καρέκλα της εξουσίας και αποφασίζουν για τις μοίρες των υπολοίπων. Μόνο και μόνο επειδή οι υπόλοιποι αηδίασαν και πήγαν σπίτι τους.
Πως βλέπετε το μέλλον της Ελλάδας; Σε ποια κατεύθυνση πιστεύετε ότι θα οδηγηθούν τα πράγματα;
Μ.Ζ.: Αυτό θα εξαρτηθεί από τη γνώση που απέκτησαν όλοι οι Έλληνες για την κατάντια μας. Βέβαια πρωτίστως φταίνε οι πολιτικοί, και όχι μόνο αυτοί αλλά και όσοι άπτονται της πολιτικής. Και η αδηφαγία του ανθρώπου που μόλις δει χρήμα δίπλα του θέλει να το αρπάξει. Μας λείπουν οι ωραίοι άνθρωποι, οι άνθρωποι της ποιότητας και όχι της ποσότητας. Αν αποφασίσουμε όλοι να κάνουμε ένα βήμα προς τα μπρος θα σωθούμε. Ειδάλλως θα καταποντιστούμε όλοι μαζί και θα γελάει ο κόσμος μαζί μας. Είναι ντροπή μας! Δυστυχώς η Ελλάδα τον τελευταίο καιρό ζει με το ένδοξο παρελθόν της και δεν κοιτάει το μέλλον της. Ο καθένας από μας κοιτάει πως θα αποταμιεύσει, πως θα γίνει πιο πλούσιος και σπουδαίος για να απολαύσει. Απόλαυση όμως δεν είναι μονάχα να αποταμιεύεις χρήμα. Απόλαυση είναι να διαβάσεις ένα ωραίο βιβλίο, το να ικανοποιείσαι με την ευημερία του διπλανού σου. Τι να την κάνεις τη δική σου την ευημερία όταν όλος ο κόσμος πεινάει; Τρως μια μπουκιά ψωμί και σου κάθεται στο λαιμό.
Φ.Σ.: Το μέλλον της Ελλάδας είναι ζοφερό. Αυτό που βλέπω είναι μια χώρα που οδηγείται προς την υποτέλεια, την εξάρτηση και την υποταγή. Η μόνη ελπίδα, όπως η ιστορία αυτού του τόπου έχει δείξει, είναι ότι οι Έλληνες μέχρι ένα σημείο «μασάνε». Ελπίζω σε μια μεταστροφή του πολιτεύματος και της κατάστασης από τη λαϊκή βάση. Πιστεύω στη δημιουργία νέων πολιτικών δυνάμεων γιατί αυτές που έχουμε είναι χρεωμένες μέχρι τα μπούνια. Πιο χρεωκοπημένες δε γίνεται. Πιο αφερέγγυες πολιτικές δυνάμεις δεν υπάρχουν. Απορώ πως έχουν αυτοί οι άνθρωποι το θράσος και λένε καλημέρα, όχι για πρόγραμμα. Δηλ. που πας, ρε φίλε; Πως πας μ’ αυτό το βιογραφικό από πίσω; Μ’ αυτή την αθλιότητα που σέρνεις από πίσω, πας να πεις τι; Το μεγαλύτερο σκάνδαλο σήμερα για μένα είναι η ίδια η Βουλή. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο αλλά δεν το ακουμπάει κανείς και δεν θα το ακουμπήσει κανείς. Μπορώ να ξέρω από μέσα τι διάολο γίνεται και δεν μπορείς να φανταστείς, ούτε ο Έλληνας μπορεί. Αν έβγαινε μια έκθεση και έλεγε τι συμβαίνει στο Κοινοβούλιο, σ’ αυτό το «άντρο» των 300, θα είχαν βγει όλοι στους δρόμους…
Φίλιππε αν ζήσαμε μια εποχή που «σου τηλεφωνούσαν και σου έδιναν χρήματα», όπως έχεις δηλώσει, ποια εποχή ακολουθεί;
Φ.Σ.: Της αποπληρωμής.
Υπάρχει τέτοια δυνατότητα;
Φ.Σ.: Θα υποθηκεύσει το μέλλον του παιδιού του, του εγγονού του, θα πάει εργάτης, ωρομίσθιος, τι θα κάνει; Όταν τα ‘παιρνε καλά ήταν; Αυτό το να απλώνω το πόδι πέρα από το στρώμα δεν πάει άλλο. Έπεισε το life style, τα περιοδικά, ο Τύπος, τα media, η φοβερή παγκοσμιοποίηση, την κάθε κυρία Κούλα να πιστεύει ότι κι αυτή μπορεί να ζήσει έτσι. Γιατί ας πούμε να μην έχει κι αυτή μια πισίνα; Άσχημο είναι; Είναι παλιές δομές αυτές. Δεν μπορεί ξαφνικά «πάρτε όλοι όλα και φάτε τα». Έχουμε τα περισσότερα Cayenne ανά κεφαλή στη χώρα μας.
Πως βιώνουν οι ηθοποιοί την οικονομική κρίση της χώρας;
Μ.Ζ.: Οι ηθοποιοί είναι μια πολύ αδύνατη ομάδα ανθρώπων. Πάντα ήταν ευάλωτοι και αδύνατοι διότι κάθε τρεις και λίγο έχαναν τη δουλειά τους. Είναι πολύ σύντομη η περίοδος που εργάζεται ένας ηθοποιός. Αλλάζει απ’ το ένα θέατρο στο άλλο, απ’ το ένα σίριαλ στο άλλο, τον «πεθαίνουνε» στο σίριαλ επάνω, ποτέ δεν έχει σιγουριά… Τώρα άκουσα για κάποιες πολλές χιλιάδες ηθοποιών που δεν έχουν δουλειά. Είμαι απ’ τα ιδρυτικά μέλη στο Σπίτι του Ηθοποιού και αισθάνομαι πάρα πάρα πολύ πικραμένη και άσχημα γι’ αυτό που συμβαίνει γιατί τηλεφωνούν και δεν υπάρχει τρόπος να βοηθήσω όλους αυτούς τους ανέργους. Τους βοηθάμε όταν αρρωσταίνουν, όταν χρειάζονται κάτι κατ’ επειγόντως. Διαφορετικά είναι επί ξύλου κρεμάμενοι. Οι περισσότεροι εργάζονται σε μπαρ, τους τρέφουν οι γονείς τους... Μεγαλύτερη ανεργία στους ηθοποιούς παρά οπουδήποτε αλλού.
Με την ευκαιρία ήθελα να πω ότι έχω χαρίσει τα συγγραφικά μου δικαιώματα στο Σπίτι του Ηθοποιού, το οποίο κάνει ό,τι μπορεί για να βοηθήσει. Δεν προσφέρει χρήματα γιατί δεν έχει χρήματα. Είναι ένα Ίδρυμα το οποίο μεριμνά για τους ανθρώπους που δεν έχουν στέγη, για τους ηθοποιούς που έχουν ξεμείνει, μέσω του Υπουργείου Πολιτισμού και πολλών άλλων. Ξαφνικά έμεινε χωρίς πόρους γιατί έκοψαν όλες τις επιχορηγήσεις και δικαίως, το καταλαβαίνω. Απ’ την άλλη μεριά υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν να πάνε στο νοσοκομείο. Θέλοντας λοιπόν να κάνουμε κάτι, ο καθένας από μας τους ηθοποιούς που ακόμα βαστάμε κατά κάποιο τρόπο, εγώ δώρισα όλα τα πνευματικά μου δικαιώματα στο Σπίτι του Ηθοποιού. Το βιβλίο λέγεται «Στιγμές πάθους» και θα προσπαθήσω να κάνω εδώ στη Λαμία μια βραδιά για το βιβλίο αυτό για να ενισχύσουμε με μια μικρή αρωγή το Σπίτι του Ηθοποιού.
Φ.Σ.: Οι ηθοποιοί είναι ένας κλάδος που πλήττεται και βάλλεται πάρα πολύ άσχημα γιατί δεν υπάρχει καμία πρόνοια γι’ αυτό το επάγγελμα. Μάλιστα όσες φορές έχουν εκφραστεί πολιτικοί γι’ αυτό το πράγμα, το έχουν κάνει με τον χυδαιότερο τρόπο. Βλέπε δηλώσεις Πάγκαλου. Άθλιες… Όλοι χρησιμοποιούν τους ηθοποιούς με τη χυδαιότερη εκδοχή. Η κάθοδός τους σε ψηφοδέλτια να αρπάξουν κανά ψήφο, να πάρουν καμιά έδρα. Αλλά σαν πολιτεία να σταθεί απέναντι σε έναν κλάδο, ο οποίος είναι απ’ αυτούς που παράγουν ένα έργο τόσο άυλο, τόσο απροσδιόριστο, αλλά τόσο ουσιαστικό μερικές φορές. Παράγουν πολιτισμό. Δεν είναι ούτε λαμόγια, ούτε κλεφτρόνια. Οι ηθοποιοί ό,τι παράγουν, το παράγουν με τον ιδρώτα του προσώπου τους. Το εννοώ αυτό γιατί ένας ηθοποιός πάσχει πάνω στην σκηνή. Δεν κοροϊδεύει κανέναν. Είναι ενώπιος ενωπίω. Υπηρετεί ένα ζωτικό ψεύδος το οποίο ψεύδος όμως ψυχαγωγεί. Και η ψυχαγωγία και ο πολιτισμός είναι κουλτούρα, και η κουλτούρα είναι ιστορία, και η ιστορία είναι δύναμη.
Είμαι δάσκαλος, διδάσκω δώδεκα χρόνια. Ένα άθλιο εκπαιδευτικό σύστημα για τους ηθοποιούς όπου στήνονται διάφορες επιτροπές για να παίρνουν οι συμμετέχοντες σ’ αυτές διάφορα φράγκα, και αποφασίζει αυτή η επιτροπή σε ένα λεπτό αν ένα παιδί που θα στηθεί μπροστά τους, είναι ικανό να σπουδάσει ή όχι. Είναι ένα εισαγωγικό σύστημα στο Υπουργείο και κάθονται καμιά δεκαριά τύποι και ζητάνε απ’ το παιδί ένα μονόλογο. Ζητάω δηλαδή από έναν που θέλει να σπουδάσει χειρουργική να μου κάνει μια εγχείρηση για να δω αν θα γίνει γιατρός. Προσπαθούμε επί δώδεκα χρόνια να δούμε έναν Υπουργό Πολιτισμού, να συζητήσουμε αυτό το θέμα. Να πούμε ότι είναι απάνθρωπο, είναι γελοίο. Μιλάμε για ένα ανοιχτό επάγγελμα όπου ο καθένας μπορεί να φτιάξει μια επιτροπή για να δώσει πτυχία και να «κόψει» όλο τον κόσμο. Δεν μπορεί να απαγορεύεις σε κανένα να μπει και να θητεύσει σε μια δραματική σχολή. «Κόβεις» εσύ και «ξεφυτρώνουν» σα μανιτάρια όλοι οι σκιτζήδες κι οι αλμπάνηδες που κάνουν τα σεμινάρια, τα θεατρικά εργαστήρια και την παραοικονομία, εκμεταλλευόμενοι τον πόθο αυτών των παιδιών.
Ούτε ακαδημία έχουμε κάνει, ούτε το θέατρο έχει την παλιά αίγλη. Στη γενιά μου δίνανε 1500 και μπαίνανε 10. Όταν αποφοίτησα έβγαιναν στην πιάτσα 30-35 ηθοποιοί. Οι τριτοετείς όλων των σχολών ήταν 35 άτομα. Τώρα βγαίνουν 450-500 κάθε χρόνο γιατί οι σχολές είναι σαν τα περίπτερα. Γέμισε ο τόπος δραματικές σχολές και δεν υπάρχει καμία μέριμνα σ’ αυτό. Δεν έχει ασχοληθεί κανείς ποτέ μ’ αυτό το θέμα. Είναι σα να τους ενοχλεί, δεν θέλουν να ξέρουν. Κάποιος έβγαλε μια διάταξη να γίνεται επιτροπή κι όλες είναι βρώμικες. Γίνονται για να παίρνουν λεφτά.
Μήπως όλα αυτά που λες σε οδήγησαν να δηλώσεις ότι ο γιος σου δεν θέλεις να γίνει ηθοποιός όταν μεγαλώσει;
Φ.Σ.: Αν ο γιος μου ή η κόρη μου μού αποδείξουν, επειδή έχω το ένστικτο του δασκάλου, ότι έχουν τις προδιαγραφές, τα προσόντα, τη θέληση, τη δύναμη και την ικανότητα να γίνει ηθοποιός, δεν θα τον εμποδίσω. Αν όμως δεν τα έχει, θα του «κόψω» τα πόδια, είναι πολύ απλό. Δεν θεωρώ ότι οι γονείς πρέπει να κατευθύνουν τα παιδιά τους. Ο γιος μου ή η κόρη μου θα κάνουν αυτό που νομίζουν όταν φτάσουν σε μια ηλικία. Εγώ έχω υποχρέωση απέναντι στη δουλειά μου, απέναντι σ’ αυτό που ξέρω να κάνω καλά, να μπορώ να διαγνώσω αν ένας άνθρωπος είναι σε θέση να το κάνει ή όχι. Είτε είναι γιος μου, είτε το παιδί του γείτονα, εγώ λειτουργώ με τον ίδιο τρόπο.
Στην Ελλάδα σήμερα παράγουμε ή καταναλώνουμε πολιτισμό;
Φ.Σ.: Ούτε παράγουμε, ούτε καταναλώνουμε. Μακάρι να γινόταν ένα απ’ τα δύο. Εν δυνάμει θα μπορούσαμε να παράγουμε πολιτισμό και δεν παράγουμε. Παράγουμε πάλι σκανδαλάκια. Και θα μπορούσαμε να καταναλώνουμε πολιτισμό αλλά δεν το κάνουμε γιατί δεν τον έχουμε. Και καταναλώνουμε διάφορα προϊόντα. Έχουμε φτάσει μια τούρκικη σαπουνόπερα να είναι τοπ τηλεθέαση. Ένα γελοίο θέαμα που αν το βλέπαμε πριν 7-8 χρόνια θα τους παίρναμε με τις λεμονόκουπες. Τώρα γίνεται γιατί αυτός είναι ο πήχης, το μέτρο σύγκρισης. Ό,τι άλλο παράγεται σ’ αυτή τη νοσηρή τηλεόραση που έχουμε είναι πολύ κάτω σε ποιότητα. Απ’ την άλλη έχουμε τα Θέατρα οι οποίοι είναι οι κατ’ εξοχήν χώροι παραγωγής πολιτισμού. Έχουν πέσει σε τέτοιο λούκι… Δεν μιλάω για τα ιδιωτικά. Αυτοί πουλάνε φύκια και μεταξωτές κορδέλες κι αν ο άλλος είναι χάπατο, το αγοράζει. Το κράτος, η κρατική τηλεόραση, το κρατικό Θέατρο, το Εθνικό Θέατρο, το Δημοτικό Θέατρο, το Περιφερειακό, αυτά σαν θεσμοί είναι ιεροί. Αυτοί παράγουν πολιτισμό. Αν δεν παράγει το Θέατρο μιας πόλης πολιτισμό, ποιος παράγει; Κι εκεί όμως έγινε μια απέραντη συναλλαγή, μια ατελείωτη κομπίνα. Με λίγες εξαιρέσεις και η Λαμία αποτελεί εξαίρεση. Το λέω, το γνωρίζω και μπορώ να το αποδείξω.
Έγιναν λοιπόν ένα «πλυντήριο» ανταλλαγής θέσεων, καρέκλας, χρημάτων. «Να σου δώσω μια σκηνοθεσία εγώ εδώ, να μου δώσεις εσύ στο άλλο το Δημοτικό για να φέρω την παράσταση εκεί, να πάει στο φεστιβάλ, να πάρει τα λεφτά». Δεν νοιάζεται κανείς να κάνει παράσταση. Νοιάζονται πως θα πάρουνε λεφτά. Αυτό είναι μία τρέλα! Αυτό είναι μία τρέλα! Καβαλάνε πάνω απ’ το Δημοτικό γιατί δεν είναι υποχρεωμένο να κάνει εισιτήρια. Δεν είναι ανταγωνιστικό. Το Δημοτικό όμως δεν μπορεί να διώξει και τον κόσμο απ’ το θέατρο. Δεν θα φτάσουμε δηλ. στο όνομα της ποιότητας… Κάναμε Μπέκετ, κουλτούρα, και ήρθαν τρεις άνθρωποι; Το Θέατρο έχει προσωπικό, υπαλλήλους, και δεν μπορεί να φτάσει στην απαξίωση του κόσμου, όπως έγινε στα περισσότερα Θέατρα. Το Θέατρο της Καλαμάτας υπήρξε Θέατρο πρότυπο. Πήγε ο Χαραλάμπους στην αρχή, έκανε παραστάσεις απίστευτες. Πήγαινε ο κόσμος, και έχει καταντήσει να μην πατάει ψυχή. Κι έφερε τον προβληματισμό στην κυβέρνηση να κλείσουν τα Θέατρα, γιατί είναι προβληματικές επιχειρήσεις. Ε, δεν γίνεται έτσι όμως. Κλείστε και τον Παρθενώνα και την Ακρόπολη και όλα… Είναι τρελοκομείο όλο αυτό το πράγμα. Δεν παράγουμε πολιτισμό. Παράγουμε παρεΐστικα κολπάκια, μια συνδιαλλαγή μεταξύ γνωστών και φίλων.
Μ.Ζ.: Δεν παράγουμε πολιτισμό γιατί δεν θέλουμε να παράξουμε πολιτισμό. Και λέω δεν παράγουμε γιατί υπάρχουν Έλληνες συγγραφείς –εγώ είμαι συγγραφέας κατά βάση και μετά ηθοποιός- αξιόλογους και κανείς δεν τους βοηθάει να εμφανιστούν. Κατά σύμπτωση εμφανίζονται και όλοι είναι επιτυχημένοι. Δεν παράγουμε πολιτισμό, είμαστε ξενομανείς. Κακώς, κακώς, κακώς… Γράφει «elize» ή «elite» ένα κατάστημα. Πέστο ρε παιδί κάπως αλλιώς. Πέστο «το μανούλι» (γέλια). Τι ξενομανία είναι αυτή;
Πως κρίνετε το εμπόριο του life style σαν must από όλες σχεδόν της εκπομπές της ελληνικής τηλεόρασης;
Μ.Ζ.: Είναι το φτηνότερο είδος. Το να πουλάς τη σάρκα, έστω και σαν φωτογραφία, είναι εύκολη δουλειά. Η δύσκολη δουλειά είναι να πουλάς το εσωτερικό της σάρκας. Εκεί πρέπει να υπάρχει ποιότητα. Καταρχήν όλο αυτό το μαγείρεμα. Εδώ ο άνθρωπος δεν έχει να φάει και του λες πώς να κάνεις σουφλέ; (γέλια) Δεν είναι γελοίο; Είμαστε γελοίοι!
Φ.Σ.: Είναι πολύ γελοίο, ξεπερασμένο πια. Όλο αυτό το ψευτογκλάμουρ. Δεν είναι και ευφυείς όμως. Χρησιμοποιούν τα ίδια μέσα και τις ίδιες τεχνικές προσέγγισης του κόσμου όπως πριν από μία 20ετία. Είναι πολύ πίσω. Βλέπεις τώρα ολόκληρος Κωστόπουλος, ο γκουρού του life style, να βγαίνει και να κάνει συνεντεύξεις το βράδυ. Πράγμα που το έκανε πριν δέκα χρόνια ο Μαστοράκης πάρα πολύ καλά. Η Ρούλα Κορομηλά, το μνημείο της ελληνικής τηλεόρασης, το όνειρο της κάθε νοικοκυράς, το απωθημένο, η προβολή και ο ψυχαναγκασμός… Έβλεπαν τη Ρούλα κι έλεγαν «γιατί όχι κι εγώ;». Πλήρης ταύτιση.
Η Ρούλα Κορομηλά απασχολεί ακόμα το τηλεοπτικό τοπίο. Τι θα κάνει, ποιον θα παντρευτεί, ποιον παντρεύτηκε, τι φόρεσε, πόσο στεναχωρέθηκε η Ρούλα όταν είδε τα ratings… Μεγάλες υποθέσεις! Έχουν γίνει συμμέτοχοι σ’ ένα δράμα. Κυρία μου φτιάξε σπανακόπιτα τώρα. Άσε τα ratings. Έκαναν οι Καραμέρηδες νούμερα. Τα πρωινάδικα, ο έτσι, ο γιουβέτσι και ο κοκορέτσι. Και μοιραζόμαστε αυτό με το λαό και το κάνουμε κομμάτι το πρόβλημά του. Έχει άλλα προβλήματα ο κόσμος. Θέλει να πάει στο σούπερ μάρκετ να βγάλει την ημέρα. Χέστηκε για το ποιος είναι πρώτος, δεύτερος ή τρίτος. Όλο αυτό το μπάχαλο πατάει στον πόνο. Στο ξεπούλημα του ανθρώπου. Ό,τι υπάρχει να το ξεπουλήσουμε. Η Πάνια μαζεύει για πάσα νόσο και πάσα μαλακία. Ό,τι έρθει, στο κλαρί. Να χασκογελάμε και να λέμε «μια χαρά είμαστε ‘μεις». Πάει η άλλη και βρίσκει τους χαμένους στο διάστημα, αγκαλιάζονται, και κλαίει κάθε βράδυ.
Συμφωνώ απόλυτα με μια παλιότερη δήλωσή σου, στο ότι «τα παιδιά παρακολουθούν διάφορα ανεπίτρεπτα θέματα στην τηλεόραση». Γιατί πιστεύεις ότι τα παιδιά δέχονται τέτοιο καταιγισμό ψυχικής βίας; Ποιος ο λόγος να γίνεται αυτό στα παιδιά;
Φ.Σ.: Γιατί δεν μεριμνά κανείς γι’ αυτά. Γιατί δεν υπάρχει καμία υπηρεσία, καμία αρμόδια αρχή, δεν υπάρχει έλεγχος. Είναι έρμαια της οποιασδήποτε κουλτούρας, αμερικάνικης, γιαπωνέζικης, κινέζικης… Δεν ρωτάει κανείς, δεν τσεκάρει ένα παιδικό πρόγραμμα. Αν δεις τα προγράμματα αυτά με τη ματιά του γονιού, οι οποίοι το αφήνουν για να ησυχάσει το κεφάλι τους στην τηλεόραση, θα εξοργιστείς. Είναι τραγικά! Υπάρχει ένα 20% ευπρεπές. Το υπόλοιπο 80% του προγράμματος είναι για τα σκουπίδια. Είναι για απαγόρευση και πρόστιμο, και κανείς δεν το κάνει. Δεν ασχολείται κανείς με τα παιδικά προγράμματα στην τηλεόραση. Δεν τους αφορούν. Δεν έχουν παιδιά αυτοί οι άνθρωποι; Μάλλον δεν βλέπουν τηλεόραση τα παιδιά τους, βλέπουν άλλα πράγματα. Γιατί αν έβλεπαν και είχαν συναίσθηση τι σημαίνουν οι εκπομπές του «Alter» με τα 12χρονα-14χρονα βαμμένα σαν καραπουταναριά, με τις κιθάρες και τραγουδάνε, και κουνιούνται, και πάμε το τσιφτετέλι, δε νομίζω να το αφήνανε αυτό το πράγμα. Για να βγαίνει να πουλάει το cd στα παιδιά, για να έρθει η Πάτυ να γίνει σάκα, μολύβι, κασετίνα. Άι στο διάολο! Άι στο διάολο!
Γιατί αξιόλογους ηθοποιούς του «παλιού καλού ελληνικού κινηματογράφου» δεν σας βλέπουμε στην τηλεόραση να πρωταγωνιστείτε;
Μ.Ζ.: Εμείς δεν είμαστε καλύτεροι ηθοποιοί απ’ ό,τι είναι οι σημερινοί ηθοποιοί. Απλώς τα κείμενα, τα έργα που παίζαμε ήταν θεατρικά, γραμμένα από πολύ σπουδαίους μαέστρους της αστικής κωμωδίας. Ένας Τσιφόρος, ένας Ψαθάς. Για όνομα του Θεού, τι παίζαμε! Σας φαινόμαστε όλοι πολύ σπουδαίοι. Ίσως ήμασταν πιο προσεγμένοι. Τώρα π.χ. εγώ αρνούμαι συνέχεια. Άμα μου δώσουν να παίξω μια αηδία, θα κάτσω να παίξω μια αηδία;
Και υπάρχουν πολλές από δαύτες…
Μ.Ζ.: Ωωω, καλά… Μάτια έχει ο κοσμάκης και βλέπει (γέλια). Με σταματάνε στο δρόμο και μου λένε, λες και φταίω εγώ: «Μα, κάντε κάτι κα Ζαρόκωστα. Τι είναι αυτά που βλέπουμε στην τηλεόραση;». Ε, τι να κάνω κι εγώ, τους λέω να κάνουν ένα συλλαλητήριο ενάντια στις αηδίες (γέλια).
Κι όμως Φίλιππε μνημονεύουμε τον «παλιό καλό ελληνικό κινηματογράφο» σα να είναι ιστορία. Σα να πέθανε…
Φ.Σ.: Αυτό συμβαίνει γιατί όλους αυτούς τους ανθρώπους τους ξεζουμίσανε. Ήρθε η ιδιωτική τηλεόραση το ’92 και έπαιξε όλες τις ταινίες τους ξανά και ξανά και ξανά. Κάναμε τεράστιους αγώνες να πάρουμε τα συγγενικά δικαιώματα απ’ αυτή την υπόθεση. Τεράστια δικαστήρια, απίστευτους αγώνες να πειστεί μια πολιτεία ότι δεν μπορείς να κάνεις κηδεία με ξένα κόλλυβα. Δεν μπορεί να παίρνεις τη μούρη του Παπαγιαννόπουλου επί δύο ώρες, επειδή ο κόσμος τον αγαπάει, και να κάνεις 10 insert διαφημιστικά, όπου μέσα σε μια ελληνική ταινία εσύ έχεις εισπράξει 10 εκατ. και τα βάζεις στην τσέπη σου. Είναι άνομο και ανήθικο. Τα μαγαζάκια την έκαναν τη δουλειά τους. Εκμεταλλεύτηκαν τον ελληνικό κινηματογράφο, τον ξεζούμισαν κι εκεί εξαντλήθηκε το θέμα. Οι ασπρόμαυροι έμειναν ασπρόμαυροι. Ένας Βέγγος κατάφερε και πέρασε λίγο και κάτι άξιες γυναίκες που κάνουν τις μεγάλες κυρίες όπου παίζουν.
Το θέμα είναι ότι η τηλεόραση είναι μια χαβούζα που πρέπει να παράγει είδωλα για να έχει τη χαρά να τα κατακρημνίζει. Αυτή είναι η δουλειά της. Η τηλεόραση θέλει φρέσκο αίμα, φρέσκο «κρέας». Να φτιάξουμε τον πρωταγωνιστή, να τον κάνουμε τοπ σε μία-δύο σαιζόν και μετά να πάμε για τον άλλο. Γιατί αυτή είναι η εποχή. Η εποχή θέλει το άλλο, το επόμενο. Βαριέται πολύ εύκολα. Όπως τα παιδιά βαριούνται πολύ εύκολα, όπως οι σχέσεις βαριούνται πολύ εύκολα, οι άνθρωποι χωρίζουν πολύ εύκολα. Η τηλεόραση δεν προϋποθέτει τους παλιούς ηθοποιούς και η αξιοπρέπεια των παλιών ηθοποιών δεν προϋποθέτει την τηλεόραση. Οι παλιοί έχουν μια αξιοπρέπεια πάνω τους και ξέρουν πως γίνεται η δουλειά. Δεν είναι ξεπέτες. Δεν μπορεί να αντέξει η τηλεόραση την ανάγκη ενός παλιού ηθοποιού να συγκεντρωθεί. Εκεί είναι «πείτε τα». Δεν τους βλέπεις που παίζουν με τα μάτια ψηλά; Ψάχνουν να δουν τι κείμενο λένε. Δεν παίζει κανείς… Δεν παίζει κανείς! Η τηλεόραση δεν παράγει ηθοποιία. Δεν είναι ηθοποιοί αυτοί στην τηλεόραση. Κάνουν μία άλλη δουλειά, μαθαίνουν ένα ποίημα και το λένε απ’ έξω με στοιχειώδη τρόπο.
Έχω μπροστά μου τη Νάντα, τη σύζυγο του Υπουργού Μαυρογυαλούρου το 1965. Άλλαξαν από τότε οι πολιτικοί; Υπάρχει σήμερα φιλότιμο;
Μ.Ζ.: Υπάρχει μεγαλύτερο α-φιλότιμο (γέλια). Λένε πάντοτε ότι «όποιος έχει το μέλι στο δάχτυλο και δεν το γλύφει είναι ηλίθιος». Εγώ αυτό δεν το πιστεύω. Θα μπορούσαν πραγματικά οι πολιτικοί να διαφέρουν και να δράσουν σωστά και να ευεργετήσουν. Υπάρχουν πολιτικοί εξαιρετικοί άνθρωποι που χάνονται μέσα στην πολλή συνάφεια. Μέσα στους πολλούς. Έχω συναντήσει, γιατί ασχολούμαι με τα κοινά και ως εκ τούτου μπαινοβγαίνω στα Υπουργεία. Υπάρχουν και καλών προθέσεων αλλά τι να κάνεις; Πόσο να πολεμάς μόνος σου; Γενική εντύπωση είναι: «Πήρα ένα πόστο, θα διορίσω τον ανηψιό μου, τον ανηψιό σου, τον ξάδερφο», ανεξάρτητα αν έχει τις ικανότητες.
Φ.Σ.: Δε νομίζω ότι άλλαξε τίποτα. Η ίδια κατάσταση είναι ακριβώς. Καλά, άστο το φιλότιμο. Το φιλότιμο είναι σαν τα τσολιαδάκια που πουλάνε στα greek art. Μία παλιά μνήμη. Το φιλότιμο, για το οποίο όλοι θεωρούν ότι έχουν ένα κομμάτι όταν έρθει η ώρα να αποδείξουν ότι το ‘χουν, δε νομίζω ότι το ‘χει κανείς. Όλος αυτός ο οχετός που έχει προκύψει από την αποκάλυψη της κορυφής του παγόβουνου μας έκανε να πέσουμε από τα σύννεφα. Και αυτό που βλέπουμε είναι το 1/10. Τα υπόλοιπα 9/10 δε θα τα δούμε ποτέ ή θα ‘ρχονται σιγά σιγά στην επιφάνεια…
…Και αφού παραγραφούν…
Φ.Σ.: …Και αφού παραγραφούν (γέλια). Όταν εμείς θα ‘μαστε πια σε μία κατάσταση όπου δεν θα μπορούμε ούτε στον δρόμο να βγούμε. Θα θέλουμε αναπηρικά καροτσάκια. Αυτό είναι το κολπάκι. Ο χρόνος κυλάει υπέρ του λαμόγιου. Όσο κυλάει ο χρόνος το λαμόγιο ευημερεί. Ο χρόνος κυλάει εναντίον των ανθρώπων που έχουν μπέσα, εντιμότητα, φιλότιμο και μία ακεραιότητα με την οποία έμαθαν, μεγάλωσαν. Έτσι τους μεγάλωσαν οι γονείς τους. Υπάρχουν και άλλοι άνθρωποι που μεγάλωσαν διαφορετικά. Με προτεραιότητες σε ποιο σχολείο θα πάνε και με ποιον θα κάτσουν δίπλα. Το σχολείο αυτό μπορεί να παράγει αυριανούς πολιτικούς.
Οι γυναίκες των πολιτικών άλλαξαν ή ακόμη παίζουν κουν καν;
Μ.Ζ.: Οι γυναίκες των πολιτικών άλλαξαν και έγιναν πολιτικοί οι ίδιες. Κι ο κος Πάγκαλος τη γυναίκα του θέλει να την κάνει προεδρίνα (γέλια). Οι γυναίκες έχουν πάρει άλλη θέση, δεν είναι μόνο οι κυρίες που παίζουν μονάχα χαρτιά. Δεν έχουν καμία σχέση με τις τότε γυναίκες. Είναι πολύ πιο προχωρημένες και κάνουν και σωστή δουλειά. Και μιας και μιλάμε για πολιτική, δεν ευθύνονται πάντα οι πολιτικοί γι’ αυτά που συμβαίνουν. Που να γνωρίζει ο κάθε Υπουργός τι γίνεται; Του το κρύβουν οι από κάτω, προσπαθούν να το καλύψουν. Δεν έχει και χρόνο να τα γνωρίζει όλα. Καλοί συνεργάτες δεν υπάρχουν για τους πολιτικούς. Κοίταξε: «Τον πλούτο πολλοί εμίσησαν, τη δόξα ουδείς». Όλοι θα θέλουν να μείνουν στην ιστορία ως οι άψογοι, οι σωστοί, οι σπουδαίοι. Αλλά τους παίρνει το ποτάμι…

«Αν είναι κάτι που με συγκινεί και μπορεί να με κρατήσει είναι ένας ρόλος»
Είναι η δεύτερη φορά που συνεργάζομαι με ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. μετά την Καβάλα, με τον ίδιο σκηνοθέτη, τον Πέρη Μιχαηλίδη. Αυτή τη φορά γίνεται γιατί θεωρώ ότι η Διευθύντρια του Θεάτρου, η Ελένη Δουνδουλάκη, είναι ένα φρέσκο μυαλό, ένα απείραχτο μυαλό. Ένας άνθρωπος που είναι εκτός διαπλοκής. Και πραγματικά, με πολύ μεγάλο θαυμασμό και ευχάριστη έκπληξη έμαθα ότι έγινε Διευθύντρια εδώ. Μακάρι να γινόταν έτσι σε κάθε Δημοτικό Θέατρο, να βρίσκονται τέτοιοι άνθρωποι. Έχω διακρίνει ότι έχουν μια μεγάλη αγάπη για το θέατρο αυτοί οι άνθρωποι. Το γουστάρουν το θέατρο, το στηρίζουν και το αγαπάνε. Και ανεξάρτητα απ’ το τι θα πει ο γκουρού ο μεγάλος, κάτω, ο οποίος νομίζω ότι θέλει να τα καταργήσει τα Δημοτικά Θέατρα, νομίζω ότι η Λαμία θα το υποστηρίξει.
Σαν ηθοποιό, αν είναι κάτι που με συγκινεί και μπορεί να με κρατήσει είναι ένας ρόλος. Το Δημοτικό Θέατρο μου έδωσε ένα ρόλο, που αν ήθελα να τον παράγω μόνος μου δεν θα μπορούσα. Θα έπρεπε να χώσω πολύ βαθειά το χέρι στην τσέπη για να κάνω εγώ την παραγωγή. Μου δίνει λοιπόν την ευκαιρία ένα καλοστημένο θέατρο, μία σκηνή υπέροχη και καλούς, επαγγελματίες συνεργάτες, να μπορώ να κάνω τη δουλειά μου σχεδόν κάτω από ιδανικές συνθήκες. Όταν στήνεις μόνος σου έχεις να παλέψεις με πολλά πράγματα. Τον παραγωγό, τον σκηνοθέτη, τον δημιουργό. Δεν έχω να κοιτάξω τίποτα απ’ όλα αυτά. Κάνω τη δουλειά μου όσο καλύτερα μπορώ. Συνειδητοποιώ, εδώ στη Λαμία, μια μεγάλη ξεκούραση. Έχω να κάνω ένα πράγμα. Ζω στην πόλη και έχω να κάνω με 70 μέτωπα. Ήρθα εδώ και δεν έχω άλλο μέλημα από την πρόβα μου. Έχω κλείσει τους διακόπτες επικοινωνίας με την Αθήνα, κατέβασα τα ρολά και κάνω τη δουλειά μου. Έχω το ρόλο μου, τις σκηνές μου και έχω να συγκεντρωθώ να παράγω –το λέω με παρρησία- έργο, να παράγω πολιτισμό. Αυτή είναι η δουλειά μου, αυτό ξέρω να κάνω. Ελπίζω αυτό το πράγμα να επικοινωνήσω με τον κόσμο. Η ζωντανή επαφή δεν αποκαθίσταται με τίποτα. Καμία τηλεόραση, κανένας κινηματογράφος δεν μπορεί να αντιπαραβληθεί με τη ζωντανή σχέση του ηθοποιού με το κοινό το βράδυ όταν σβήσουν τα φώτα. Αυτό είναι μία μαγική στιγμή και γι’ αυτή τη μαγική στιγμή αξίζει όλος αυτός ο κόπος των ανθρώπων.


Το έργο
Ο «Ράφτης Κυριών» είναι από τα σημαντικά έργα του παγκόσμιου ρεπερτορίου. Αποτελεί μία συναρπαστική θεατρική εμπειρία, για το θεατρόφιλο κοινό, που θα έχει τη ευκαιρία να απολαύσει ένα έργο με καταιγιστική δράση, ίντριγκες, συζυγικές απιστίες και διασκεδαστικές ανατροπές. Στο Παρίσι του 1890, της Μπελ Επόκ, του Τουλούζ Λωτρέκ, της Μονμάρτης και του Μουλέν Ρουζ, ο Ζωρζ Φεϋντώ γράφει την κωμωδία καταστάσεων «Ράφτης Κυριών» (1887) που θεωρείται κατά κοινή ομολογία το καλύτερό του έργο. 
Σε μια συνοικία του Παρισιού, ένας γιατρός επιστρέφει ξημερώματα στην συζυγική στέγη μετά από μια αποτυχημένη απόπειρα απιστίας. Εκεί τον περιμένουν ο υπηρέτης του, η γυναίκα του και στη συνέχεια εισβάλλει η πεθερά του, ενώ ο καλύτερός του φίλος προσπαθεί να του ενοικιάσει ένα διαμέρισμα το οποίο αργότερα μετατρέπεται σε ερωτική φωλιά - ραφείο.
Συναντήσεις που δεν έπρεπε να συμβούν, αλήθειες που καταλήγουν σε κατά συνθήκη ψέματα, συνεχείς εναλλαγές ρόλων και κωμικά απρόοπτα, συνθέτουν μια εικόνα απόλυτης φάρσας. Ο Ζωρζ Φεϋντώ, όπως και ο Ευγένιος Λαμπίς, είναι ανατόμος της συζυγικής απιστίας, διεισδύει και κριτικάρει τα ήθη της αστικής τάξης με τρόπο ανελέητο αλλά ταυτόχρονα εξαιρετικά χιουμοριστικό.
Ο Φεϋντώ γεννήθηκε στις 8 Δεκεμβρίου του 1862 στο Παρίσι και θεωρείται ο κατ’ εξοχήν συγγραφέας της κλασσικής φάρσας. Καταξιώθηκε με το ανέβασμα των έργων του, στη κομεντί Φρανσέζ, κορυφαίο θέατρο της Γαλλίας, που ίδρυσε ο Λουδοβίκος 14ος. Με ανατρεπτική διάθεση και ακατάπαυτο ρυθμό, σατιρίζει με χιούμορ τα μικροαστικά και αστικά ήθη, τη σεμνοτυφία και την λογοκρισία, στοιχεία που παραμένουν διαχρονικά.
Το έργο ανεβαίνει σε μετάφραση Ερρίκου Μπελιέ, σκηνοθεσία - μουσική επιμέλεια Πέρη Μιχαηλίδη, σκηνικά-κοστούμια Ελένης Δουνδουλάκη, φωτισμούς Στράτου Κουτράκη, βοηθός Σκηνοθέτη Μαρία Γίτσα. Παίζουν: Φίλιππος Σοφιανός, Κώστας Φλωκατούλας, Χρήστος Ευθυμίου, Μαρία Χατζηιωαννίδου, Θωμάς Βούλγαρης, Mαρία Γίτσα, Κατερίνα Χιωτίνη, Βασιλική Τρουφάκου.  Συμμετέχει η Μέλπω Ζαρόκωστα.
Παραστάσεις δίνονται κάθε Παρασκευή και Σάββατο στις 21:00 και Κυριακή στις 19:00. Εισιτήρια προπωλούνται στα γραφεία του Θεάτρου. Τιμές εισιτηρίων: 15 ευρώ γενική είσοδος και 10 ευρώ φοιτητικό. Ισχύουν μειωμένα εισιτήρια για συλλόγους.  Τηλέφωνο επικοινωνίας: 2231033325 και 2231032215.

Παύλος Γ. Σφέτσας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου