Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2011

«Πρέπει να κλείνεις τα αυτιά σου όποτε καλείσαι να πωλήσεις τη γη των προγόνων σου. Πρόσεξε μην πωλήσεις τα κόκαλα του πατέρα και της μητέρας σου»


Η ινδιάνικη φυλή των Νε Περσέ (Nez Perce) ζούσε στην περιοχή του Βορειοδυτικού Ειρηνικού (Οροπέδιο του Ποταμού Columbia) των Ηνωμένων Πολιτειών. Όπως όλες οι φυλές των Ινδιάνων, των αυτόχθονων δηλαδή κατοίκων της Αμερικανικής Ηπείρου, γνώρισε κι εκείνη την καταστροφική μανία των λευκών εποίκων που κινούμενοι από απληστία προέβηκαν σε κανονική γενοκτονία του ινδιάνικου πληθυσμού. (Συνολικά από τα πρώτα χρόνια της «ανακάλυψης» της Αμερικής, μέχρι και το τέλος του 19ου αιώνα, πάνω από 80.000.000 Ιθαγενείς εξοντώθηκαν). Σήμερα η φυλή των Νε Περσέ κατοικεί σε καταυλισμό στο Idaho.

Το 1877 λίγοι Ινδιάνοι Νε Περσέ υπό την εμπνευσμένη ηγεσία των αρχηγών τους, μεταξύ των οποίων ήταν και ο επιβλητικός Τζόσεφ, ο «Ινδιάνος Ναπολέων», οδήγησαν τα γυναικόπαιδά τους σε μια εξαντλητική πορεία 2.700 χιλιομέτρων, υφιστάμενοι τις συνεχείς επιθέσεις και την καταδίωξη συντριπτικά ανώτερων αριθμητικά δυνάμεων του Αμερικάνικου Στρατού, τις οποίες όμως νίκησαν και εξαπάτησαν επανειλημμένα σε μια σειρά από ελιγμούς απίστευτης τόλμης και γενναιότητας.
Ολόκληρη η φυλή αριθμούσε μόλις 3.600 άτομα που υποδιαιρούντο σε αρκετές μικρότερες και αυτόνομες ομάδες. Ως τότε οι Ινδιάναι αυτοί διαβιούσαν διασκορπισμένοι στα τραχύ έδαφος της περιοχής όπου η σημερινή Πολιτεία του Όρεγκον συναντά εκείνες του Αϊντάχο και της Ουάσιγκτον. Αν και σε κάποιες περιπτώσεις είχαν έλθει σε συμπλοκή με τις φυλές των Πεδιάδων στα ανατολικά, όπου οι νεαροί πολεμιστές απέδειξαν την αξία τους στη μάχη, Οι Νε Περσέ παρέμεναν πάντα φιλικοί στις σχέσεις τους με τους λευκούς και δεν ζητούσαν από αυτούς τίποτα περισσότερο από το δικαίωμά τους να ζουν ειρηνικά. Η φυλή είχε λάβει το ιδιότυπο όνομά της (που σημαίνει «τρυπημένες μύτες) από τους Γάλλους κυνηγούς του Καναδά, που ήταν οι πρώτοι Ευρωπαίοι οι οποίοι είχαν τακτική επαφή μαζί τους και είχαν εντυπωσιαστεί από τη συνήθειά τους να τρυπούν τις μύτες τους για να περνούν από αυτές διακοσμητικά κοχύλια.
Η πρώτη αναφορά για αυτόν τον λαό στο επίσημα χρονικά έγινε το 1805, όταν οι διάσημοι εξερευνητές Λιούις και Κλαρκ πραγματοποίησαν μία σύντομη στάση στα εδάφη τους κατά τη διάρκεια της περιπετειώδους αναζήτησής τους προς τα δυτικά. Οι ξένοι επισκέπτες χαρακτήρισαν τη συγκεκριμένη φυλή ως προηγμένη και φιλοπρόοδη και εντυπωσιάστηκαν από την ικανότητα των Νε Περσέ στην εκτροφή επιλεγμένων αλόγων και τα θαυμάσια καλλιτεχνικά δημιουργήματά τους. Εκείνα το οποίο τους εντυπωσίασε περισσότερο όμως, ήταν ο χαρακτήρας των Νε Περσέ. Ο Λιούις τους κατέταξε μεταξύ των πιο ευγενών και προσηνών ανθρώπων που είχαν συναντήσει ποτέ. Ο χαρακτήρας τους ήταν πράος και ευγενικός και σπάνια παθιάζονταν.
Μερικές δεκαετίες αργότερα, κατά την περίοδο της ακμής του εμπορίου της γούνας, οι λευκοί ιεραπόστολοι ανακάλυψαν επίσης πως οι Νε Περσέ ήταν ιδιαίτερα δεκτικοί στον χριστιανικό προσηλυτισμό. Το 1836 ο αιδεσιμότατος Χένρυ Σπώλντινγκ (HenrySpalding) ίδρυσε μία προτεσταντική ιεραποστολή στο Λαπουάι Κρηκ, εντός των εδαφών της φυλής. Ένας από τους πρώτους που βαπτίσθηκαν ήταν ο Τζόζεφ ο Πρεσβύτερος, αρχηγός μίας από τις πλουσιότερες ομάδες της φυλής των Νε Περσέ. Ο πρωτότοκος γιος του, ο οποίος είχε γεννηθεί τον Απρίλιο του 1840 και είχε λάβει το ινδιάνικα όνομα «Κεραυνός που Αντηχεί στις Ψηλότερες Βουνοκορφές», βαπτίσθηκε επίσης από τον Σπώλντινγκ και ονομάστηκε Τζόζεφ. Τόσο αυτός, όσο και ο κατά δύο χρόνια μικρότερος αδελφός του, ο γιγαντόσωμος Όλικουτ («βάτραχος»), πέρασαν το μεγαλύτερο μέρος της παιδικής ηλικίας τους γύρω από την ιεραποστολική εκκλησία του Λαπουάι.
ΤΑ ΟΛΕΘΡΙΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΠΛΗΣΤΙΑΣ ΤΩΝ ΛΕΥΚΩΝ
Το 1855 η κυβέρνηση των ΗΠΑ αποφάσισε να εγκαταστήσει τις διάφορες φυλές που ζούσαν στα βορειοδυτικά σε ελεγχόμενους καταυλισμούς (reservations), ώστε να αποδεσμεύσει περισσότερη γη για οικονομική εκμετάλλευση εκ μέρους των λευκών. Οι Ινδιάνοι, συμπεριλαμβανομένων των Νε Περσέ κλήθηκαν να συμμετάσχουν σε ένα μεγάλο συμβούλιο στην Ουάλα Ουάλα της Πολιτείας Ουάσιγκτον. Αντιμετωπίζοντας την πολυδιασπασμένη φυλή των Νε Περσέ, οι Αμερικανοί επιχείρησαν να ορίσουν έμμεσα έναν δικό τους αρχηγό στα συνονθύλευμα προτιμώντας γι αυτόν ταν σκοπό έναν αρχηγό των Ανω Νε Περσέ που αποκαλείτο «Δικηγόρος», επειδή κατά τις διαπραγματεύσεις είχε επιδείξει εξαιρετική ρητορική δεινότητα. Αυτός ο διπλωματικός ελιγμός αποδείχθηκε περιττός για την ώρα, αφού οι όροι της συμφωνίας ήταν δίκαιοι για τους Ινδιάνους και τόσο ο Τζόζεφ ο Πρεσβύτερος, όσο και οι υπόλοιποι 55 αρχηγοί των Νε Περσέ δεν είχαν αντίρρηση να την υπογράψουν. Αν και η φυλή έχασε ένα μικρό τμήμα της παραδοσιακής περιοχής της για το οποίο θα αποζημιωνόταν με αγαθά συνολικής αξίας 200.000 δολαρίων, τα 25.600 τετραγωνικά χιλιόμετρα που της απέμεναν με βάση τη συμφωνία παρείχαν επαρκή χώρο για να ασκήσει τη δραστηριότητά της και να επιβιώσει αξιοπρεπώς.
Η αμοιβαίως επωφελής συμφωνία όμως αποδείχθηκε ιδιαίτερα βραχύβια. Η αρχή του κλονισμού της σημειώθηκε τα φθινόπωρο του 1860, όταν ο «πυρετός του χρυσού» έφθασε στη γη των Νε Περσέ. Αν και η έρευνα για χρυσό απαγορευόταν αυστηρά από τους όρους της συμφωνίας, ούτε η αμερικανική κυβέρνηση, ούτε οι ίδιοι οι Ινδιάνοι προέβαλαν σθεναρή αντίσταση στην αρχικώς χλιαρή και κατόπιν πιεστική εισβολή των εκατοντάδων ετερόκλητων χρυσοθήρων που κατέφθασαν στην περιοχή του καταυλισμού αναζητώντας την ευκαιρία της ζωής τους. Αρχικά οι Νε Περσέ όχι μόνο δεν θορυβήθηκαν από το φαινόμενο, αλλά έσπευσαν να συνδιαλλαγούν εμπορικά με τους χρυσοθήρες πωλώντας τους άλογα και βοοειδή, αρκέστηκαν δε να περιμένουν παθητικά την αναχώρησή τους. Καθώς η ανακάλυψη χρυσού άρχισε να γίνεται όλο και δυσκολότερη, αρκετοί τυχοδιώκτες έφυγαν. Μερικοί από αυτούς δεν δίστασαν να κλέψουν ινδιάνικα άλογα για να ταξιδέψουν πιο άνετα. Αρκετοί άλλοι αποφάσισαν να παραμείνουν στην περιοχή ως κτηματίες και κτηνοτρόφοι, αυξάνοντας έτσι επικίδυνα την ένταση με τους ντόπιους, που ένιωσαν πλέον να απειλούνται άμεσα. Μέχρι τα μέσα του 1862 περισσότεροι από 18.000 λευκοί είχαν εγκατασταθεί παράνομα στην περιοχή και ασκούσαν μάλιστα έντονες πιέσεις στην κυβέρνηση να μετακινήσει τους ινδιάνους σε άλλα εδάφη. Μέσα σε αυτό το κλίμα, το Κογκρέσο ενέκρινε τη διάθεση κονδυλίων προκειμένου να αγοραστεί πρόσθετη γη από τους Νε Περσέ, πιστεύοντας ότι εκείνοι θα δέχονταν όπως είχε γίνει και με την αρχική οριοθέτηση του καταυλισμού.
Οι σχετικές διαπραγματεύσεις είχαν ως αποτέλεσμα να διασπαστεί οριστικά η φυλή σε δύο μερίδες οι οποίες είχαν αντίθετες απόψεις, αλλά και καταφέρθηκαν σκληρά η μία εναντίον της άλλης. Η κυβέρνηση πρότεινε να συρρικνωθεί ο καταυλισμός στο 1/10 της έκτασής του (2.560 τετραγωνικά χιλιόμετρα στο Αϊντάχο). Παρόλο που οι Ινδιάνοι οι οποίοι ζούσαν εκεί ήταν πρόθυμοι να προσυπογράψουν, οι περισσότεροι από εκείνους των οποίων τα χωριά βρίσκονταν εκτός της προτεινόμενης ζώνης αποχώρησαν οργισμένοι από τις συνομιλίες. Μεταξύ των τελευταίων ήταν και ο Τζόζεφ ο Πρεσβύτερος, ο οποίος έσκισε επιδεικτικά το προσωπικό του αντίγραφο από τη συμφωνία του 1855, όπως και τη Βίβλο που είχε πάντα μαζί του από τότε που είχε βαπτισθεί, 24 χρόνια νωρίτερα. Η κίνηση αυτή ήταν απόλυτο συμβολική. Ο Τζόζεφ ήθελε να δείξει πως είχε απογοητευθεί τόσο πολύ από τη συμπεριφορά και την απληστία των λευκών ώστε απέρριπτε πλέον οτιδήποτε είχε σχέση με αυτούς και θα επέστρεφε (όπως και όλη η ομάδα του άλλωστε) στη λατρεία των πατρογονικών θεοτήτων, Σύντομα αρκετοί Νε Περσέ επηρεάστηκαν και ενστερνίστηκαν το κήρυγμα κάποιου Σμοχάλα, ενός πρακτικού ινδιάνου γιατρού ο οποίος υποστήριζε πως η γη των ινδιάνων είχε παραχωρηθεί σε αυτούς ως δώρο από το Μεγάλο Πνεύμα. Ο «Δικηγόρος», ωστόσο, υπέγραψε τη νέα συμφωνία το 1863 δήθεν εκ μέρους όλης της φυλής, πυροδοτώντας έτσι έναν πόλεμο που θα διαρκούσε σχεδόν 10 χρόνια.
Το Γενικό Γραφείο Γαιών των ΗΠΑ, πιστεύοντας τις διαβεβαιώσεις των Ινδιάνων που επικύρωσαν τη συμφωνία πως οι νέες περιοχές αποδεσμεύονταν για χρήση από τους λευκούς, πραγματοποίησε μία επιτόπια επιθεώρηση των εδαφών και τα κήρυξε ανοικτά προς εγκατάσταση. Οι αρχηγοί των Νε Περσέ οι οποίοι δεν είχαν συγκατατεθεί διεμήνυσαν ότι ο «Δικηγόρος» δεν είχε ούτε αρμοδιότητα, ούτε εξουσία να υπογράψει για λογαριασμό όλων, την αποκαλούμενη «Συμφωνία Κλοπής» και επομένως αρνούντο να τη δεχθούν.
Η κατάσταση παρέμενε σε πλήρη αναβρασμό τον Αύγουστο του 1871, όταν ο Τζόζεφ ο Πρεσβύτερος, λίγο πριν πεθάνει, κάλεσε τον 34χρονο γιο και διάδοχό του να συνεχίσει την παθητική αντίσταση κατά των λευκών: «Πρέπει να κλείνεις τα αυτιά σου όποτε καλείσαι να πωλήσεις τη γη των προγόνων σου. Μην ξεχάσεις ποτέ τα τελευταία λόγια μου. Αυτή η γη θα κρατά μέσα της το σώμα του πατέρα σου. Ποτέ μην πωλήσεις τα κόκαλα του πατέρα και της μητέρας σου».
Εκτός από την αρχή, το υπόλοιπο, είναι απόσπασμα από το άρθρο του Δημητρίου Σταυρόπουλου, «Ινδιάνοι Νε Περσέ. Η επική αντίσταση ενός λαού», περιοδικό ‘Στρατιωτική Ιστορία’, τεύχος 98 – πολλές φωτογραφίες από το FirstPeople.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου